Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Στη Δροσοπηγή του Αμαδαρού...Κείμενο του Γιώργου Μπελεσιώτη...!


Υποκλινόμαστε στον κ.Γιώργο Μπελεσιώτη 
για όλα όσα πρόσφέρει επί δεκαετίες 
στην Βόνιτσα στο Ξηρόμερο στην Αιτωλοακαρνανία 
και σε όλη την Ελλάδα...

ΣΤΗ ΔΡΟΣΟΠΗΓΗ


Σπανίζει να υπάρχουν εννιά πήγες, σε ένα τόσο μικρό βουνό σαν τον Αμαδαρό και με τα χρόνια που περάσαν, πολλές απ αυτές έχουν στερέψει, ενώ άλλες έχουν αλλάξει ντορό.

Δεν θα ήθελα να ξεχαστούν ολότελα και μια μέρα μετά από πολλά χρόνια, αποφάσισα παρέα με το φίλο μου τον Κώστα, να τις κινηματογραφήσω και να γράψω ιστορίες που έζησα γύρω τους.

Περνώντας το διάσελο του Λέκκα, σταμάτησα να πάρω μια ανάσα στα πλατάνια της Δροσοπηγής.

Ξεζέφτικα την Κινημ/φική μηχανή με τα εννιά κιλά της και περίμενα να φτάσει κι ο Κώστας που ακολουθούσε με το τρίποδο και την τσάντα, που είχαμε μέσα προμήθειες και κολατσιό.

Η δροσοπηγή ήταν κάτω από πανύψηλα κεραυνοβολημένα πλατάνια και η θέα της Βόνιτσας με τα δαντελωτά ακρογιάλια της, φανταστική.

Στο βάθος κι απ τα δεξιά, άπλωναν πανοραμικά ο Κέφαλος με το κεφάλι της Παναγιάς, η Σαλαώρα, η Λασκάρα, η Πρέβεζα με το Άκτιο και πιο κει, μόλις και φαίνεται η Λευκάδα....
Ένα πανέμορφο γαλάζιο τοπίο, που δεν χορταίνεις να το κοιτάς.

Όταν ήρθε ο Κώστας, άνοιξα να πάρω μια χαψά και να ποιώ κρύο νεράκι απ την Δροσοπηγή, αλλά η τσάντα ήταν άδεια. Τα είχε φάει όλα στο δρόμο ο αθεόφοβος και στη θέση του κολατσιού, είχε βάλει μια γελαδίσια σβουνιά.
Τι να του πεις... Όλο κάτι τέτοια σκαρφίζονταν, ο αμολόητος.

Την ώρα που γκρίνιαζα ναζί του για τα χοντρά του αστεία, φάνηκε να έρχεται από αλάργα ο Περικλής ο Ντελής, με τα γελάδια του.
Μέχρι να σιμώσει, έκανε την εμφάνισή του κι ο Μάκιας ο Αποστολάκης καβάλα στη γαϊδούρα και σαλαγώντας τα γίδια του.

Εκείνο το γιόμα σταλίσαμε όλοι μαζί -άνθρωποι και ζώα- κάτω απ τα πλατάνια της Δροσοπηγής, μέχρι να πέσει η κάψα του μεσημεριού.

Έβγαλε ο Μάκιας απ το σακούλι σπιτίσιο ψωμί και κατσικίσιο τυρί που μοσκοβόλαγε,,, έκοψε και μεγάλες φέτες με τον κολοκοτρωναίϊκο για να τσιτώσουμε,,, κι απολαύσαμε εκείνο το γιόμα, ότι δεν μπορεί να βρεις, στο καλύτερο φαγάδικο.

Χαζολογίσαμε ιστορίες και χωρατά για στερφόγιδες, ζυγούρια και Γκιόσες, αναφέραμε μιλιούργια, γαλάρια, σφαχτάρια, τσιγκέλια, και σαλαγίσματα,,, και στο τέλος γύρισε η συζήτηση στην κλασική μουσική με γουργούλια, τρουκάνια, γαλαροκούδουνα και κυπριά, αναφέροντας πολλές ιστορίες για τις σχέσεις των ζώων και τις μουσικές συγχορδίες, των κουδουνιών στο λόγκο.

Τούτη την ώρα ήταν, που ο Μάκιας μας έσκασε και το μεγάλο μυστικό. Η γαϊδούρα, ήταν πλαντιασμένη με το γρούν του.
- Να δεις πως καν η σκασμένη μόλις το δει, πέφτ καταής και καρτερεί,,, και μου πρότεινε να πάω απόβραδο, να τα φωτογραφίσω.

Έτσι γύρισε η συζήτηση στα βατέματα, στα μαρκαλίσματα και στα πριτσαλίσματα και μ αποπείρε όταν πήγα να πω και εγώ κάτι δικό μου.
Μόνο τα δικά του ήταν σωστά,,, όπως αυτός μας τα κρένει,,, κι οξ απ αυτά, δεν παίρνει άλλη ορμήνια.

Επέμενα όμως να πω κι εγώ για μια γιδόστανη στα Αθαμανικά βουνά και τότε σωπάσανε,,, και μ ακουρμαστήκανε.

Κατακαλόκαιρο βρέθηκα κατάκορφα στον Καταραχιά πάνω απ το Ματσούκι -εκεί στα Τζουμέρκα- δυο χιλιάδες μέτρα ψηλά και βάλε, ψάχνοντας να βρω τις πιο ψηλές πηγές, του Άραχθου ποταμού.

Ήταν τότες που γύριζα τη σειρά <Ελληνικοί Βιότοποι> για την ΕΡΤ
και κάλιασα εκεί ψηλά σε μια στάνη, χωρίς να το περιμένω.

Τήραξα ολόγυρα και δεν υπήρχε ψυχή. Αγνάντεψα κατ απάν και κατά κάτ,,, και δεν κουνιόταν φύλλο. Δίπλωσα τη γλώσσα με το δάχτυλο και σούριξα δυο φορές για να μ ακούσουν απ τα γύρω, αλλά αντίς για απόκριση, πετάχτηκαν μέσ από μια καλύβα δυο τσοπανόσκυλα -θεριά ολάκερα- με σηκωμένο τρίχωμα και ξέσκεπα τα δόντια και όρμησαν κατά πάνω μου.

Τη μια με μπρόστιαζαν σβουρίζοντας και την άλλη πισοδρομούσαν με σάλτα -σωστά λυσσάρικα σας λέω- αλλά του λόγου μου, μαθημένος από κάτι τέτοια, δεν κιότεψα.
Τα χούγιαξαν κάτι λιανόπαιδα από ψηλά,,, κι αυτά λούφαξαν.

Σαν ζύγωσα, βρήκα τρία μικρά στην ηλικία αλλά καρδαμωμένα βλαχό-πουλα, που από μόνα τους κάνανε κουμάντο τη στάνη.
Αυτά άρμεγαν,,, αυτά σκάριζαν,,, και στάλιζαν τα γιδοπρόβατα,,, κι ολημερίς πορδοκλανιόντουσαν, μιας και δεν είχανε τίποτες άλλο να κάνουνε. Μπουμπούνιζε ο ένας τον άλλο χασκογελώντας και δε γλίτωσα ούτε και του λόγου μου, απ το χούι τους αυτό.

Όταν τους είπα πως θα τους βάλω αυτούς και τα γιδοπρόβατα στο γυαλί, τσάκωσαν απ τη χαρά τους ένα στερφόγιδο,,, το ανασκέλωσαν καταής,,, και τ αποτέλειωσαν μ ένα μαυρομάνικο.

Κάψανε τρία δεμάτια ξύλα στο φούρνο -που ήταν παρέκει- κι όταν έπεσε η θράκα, πήραν τη σούβλα και τη βάλανε στις δυο σιδερόφουρκες που ήταν μπηγμένες μέσα στο φούρνο - ξεπίτηδες γι αυτή τη δουλειά - και κλείσανε το έμπα του φούρνου, με πέτρες και με λάσπη.

Σώπασα για λίγο κι έφερα τα μάτια μ, γυροβολιά.
Δεν έκρενε κανένας τους κι όλοι περίμεναν ν αποσώσω, αυτά που τους μολογούσα.
Τήραξα που όλοι τους ήτανε κρέμονταν τσιγκέλι απ τα χείλια μ,,, και κοντοστάθηκα και γω...
Κοντόβηξα κάνα δυο φορές ξεπίτηδες κι όταν τους είδα πως ήταν έτοιμοι να ρωτήσουν,,, συνέχισα...

Πιάσαμε και μεις σιμά κι ολόγυρα το φούρνο να πρωθούμε, γιατί αν και ήταν κατακαλόκαιρο και γιόμα, το κρύο ξούριζε.
Έφερε ο μικρότερος βουνίσο αφρόγαλο κι ανθότυρο παγούδα για κολατσό και πιάσαμε την ψιλοκουβέντα

Είπαμε και τότες, καληώρας όπως και τώρα βλάχικες κουβέντες και άκουσα ιστορίες για κάποιους χαραμοφάηδες που ζούσαν από κλεψές, και τα ζαγάρια, είχανε μαγαρίσει ούλα τα μαντριά.

Τα λέγανε τόσο αγανακτισμένα που ο μεγαλύτερος έβαλε το χέρι κάτω τα σκουτιά του και έσουρε την καρκανιάρα του, όπως την έλεγε.
Ήταν ένα παλιό μακρύκανο εξάσφαιρο γκολτ, απ αυτά τα καουμπόικα που παίρνουνε στο μύλο τους έξη χοντρές σφαίρες, τόμιγκαν.

Για να καταλαγιάσουν τα πνεύματα και για να ηρεμήσουμε όλοι μας, τους προετοίμασα για να τους πω ένα ποίημα του πατριώτη τους, του Κώστα του Κρυστάλη και τότε σώπασαν.
Τους το είπα αργά και με στόμφο, για να δω και πως θα αντιδράσουν.

Ήθελα να μουν τσέλιγγας, να μουν ένας σκουτάρης
να πάω να ζήσω σε μανρί, σε ερημιές και δάση,
νάχω κοπάδια πρόβατα, νάχω κοπάδια γίδια
κι ένα σωρό μαντρόσκυλα...
Νάχω και κόρη έμορφη, στεφανωτή μου να ναι
να με βοηθά στο σάλαγο, να με βοηθά στο γρέκι,
κι όταν θα τα σταλίζουμε, τα δειλινά στους ίσκιους,
στης ρεματιάς τη χλωρασιά, μαζί της να πλαγιάζω.
Να με κοιμίζει με φιλιά, στους δροσερούς της κόρφους.

Αυτό κι αν ήταν...
Έπεσε μουγκαμάρα κι ο καθένας μπήκε στις δικές του σκέψεις.
Από δω και πέρα, η κουβέντα σοβάρεψε.
Είπαμε για κονάκια και ζευγαρώματα, για στέφανα και προξενιές και σαν πέρασαν δυο ώρες ακέριες, άνοιξαν την πόρτα του φούρνου και βγάλανε από μέσα, ροδοκόκκινη και τραγανή τη γίδα, που έσταζε μοσχοβολιές. Πελέκισαν το σφαχτάρι με μαεστρία σε κοψίδια και πέσαμε όλοι μαζί με χέρια και με δόντια, να το ξεκοκαλιάσουμε.

Γύρισα και κοίταξα την παρέα της Δροσοπηγής, που τρέχαν τα σάλια τους απ τις νοστιμιές που τους μολογούσα,,, και τους είπα.
- Γιατί μωρές, να μην τόχαμε σκεφτεί και μεις πρωτύτερας, να βάλουμε ρεφενέ ένα αχαμνό στη θράκα...
Τόχαμε αστοχήσει όλοι μας, ολότελα.

Μ αυτά και με τούτα -κάτω απ τα πλατάνια της Δροσοπηγής- πέρασε η κάψα του μεσημεριού και ήρθε η ώρα -εμείς και τα ζωντανά- να πάμε και παρέκει.

Μαζέψαμε τα τσιπράγκαλά μας,,, και κάμποσα τσιμπούρια για ενθύμιο στα αχαμνά,,, και σκαπετίσαμε τη γιδόστρατα, που τράβαγε για την πηγή της Παναγούλας.
Σπανίζει να υπάρχουν εννιά πήγες, σε ένα τόσο μικρό βουνό σαν γκολτ, απ αυτά τα καουμπόικα που παίρνουνε στο μύλο τους έξη χοντρές σφαίρες, τόμιγκαν.

Για να καταλαγιάσουν τα πνεύματα και για να ηρεμήσουμε όλοι μας, τους προετοίμασα για να τους πω ένα ποίημα του πατριώτη τους, του Κώστα του Κρυστάλη και τότε σώπασαν.
Τους το είπα αργά και με στόμφο, για να δω και πως θα αντιδράσουν.

Ήθελα να μουν τσέλιγγας, να μουν ένας σκουτάρης
να πάω να ζήσω σε μανρί, σε ερημιές και δάση,
νάχω κοπάδια πρόβατα, νάχω κοπάδια γίδια
κι ένα σωρό μαντρόσκυλα...
Νάχω και κόρη έμορφη, στεφανωτή μου να ναι
να με βοηθά στο σάλαγο, να με βοηθά στο γρέκι,
κι όταν θα τα σταλίζουμε, τα δειλινά στους ίσκιους,
στης ρεματιάς τη χλωρασιά, μαζί της να πλαγιάζω.
Να με κοιμίζει με φιλιά, στους δροσερούς της κόρφους.

Αυτό κι αν ήταν...
Έπεσε μουγκαμάρα κι ο καθένας μπήκε στις δικές του σκέψεις.
Από δω και πέρα, η κουβέντα σοβάρεψε.
Είπαμε για κονάκια και ζευγαρώματα, για στέφανα και προξενιές και σαν πέρασαν δυο ώρες ακέριες, άνοιξαν την πόρτα του φούρνου και βγάλανε από μέσα, ροδοκόκκινη και τραγανή τη γίδα, που έσταζε μοσχοβολιές. Πελέκισαν το σφαχτάρι με μαεστρία σε κοψίδια και πέσαμε όλοι μαζί με χέρια και με δόντια, να το ξεκοκαλιάσουμε.

Γύρισα και κοίταξα την παρέα της Δροσοπηγής, που τρέχαν τα σάλια τους απ τις νοστιμιές που τους μολογούσα,,, και τους είπα.
- Γιατί μωρές, να μην τόχαμε σκεφτεί και μεις πρωτύτερας, να βάλουμε ρεφενέ ένα αχαμνό στη θράκα...
Τόχαμε αστοχήσει όλοι μας, ολότελα.

Μ αυτά και με τούτα -κάτω απ τα πλατάνια της Δροσοπηγής- πέρασε η κάψα του μεσημεριού και ήρθε η ώρα -εμείς και τα ζωντανά- να πάμε και παρέκει.
Μαζέψαμε τα τσιπράγκαλά μας,,, και κάμποσα τσιμπούρια για ενθύμιο στα αχαμνά,,, και σκαπετίσαμε τη γιδόστρατα, που τράβαγε για την πηγή της Παναγούλας.

Σπανίζει να υπάρχουν εννιά πήγες, σε ένα τόσο μικρό βουνό σαν τον Αμαδαρό και με τα χρόνια που περάσαν, πολλές απ αυτές έχουν στερέψει, ενώ άλλες έχουν αλλάξει ντορό.

Δεν θα ήθελα να ξεχαστούν ολότελα και μια μέρα μετά από πολλά χρόνια, αποφάσισα παρέα με το φίλο μου τον Κώστα, να τις κινηματο-γραφήσω και να γράψω ιστορίες που έζησα γύρω τους.

Περνώντας το διάσελο του Λέκκα, σταμάτησα να πάρω μια ανάσα στα πλατάνια της Δροσοπηγής.
Ξεζέφτικα την Κινημ/φική μηχανή με τα εννιά κιλά της και περίμενα να φτάσει κι ο Κώστας που ακολουθούσε με το τρίποδο και την τσάντα, που είχαμε μέσα προμήθειες και κολατσιό.

Η δροσοπηγή ήταν κάτω από πανύψηλα κεραυνοβολημένα πλατάνια και η θέα της Βόνιτσας με τα δαντελωτά ακρογιάλια της, φανταστική.

Στο βάθος κι απ τα δεξιά, άπλωναν πανοραμικά ο Κέφαλος με το κεφάλι της Παναγιάς, η Σαλαώρα, η Λασκάρα, η Πρέβεζα με το Άκτιο και πιο κει, μόλις και φαίνεται η Λευκάδα....
Ένα πανέμορφο γαλάζιο τοπίο, που δεν χορταίνεις να το κοιτάς.

Όταν ήρθε ο Κώστας, άνοιξα να πάρω μια χαψά και να ποιώ κρύο νεράκι απ την Δροσοπηγή, αλλά η τσάντα ήταν άδεια. Τα είχε φάει όλα στο δρόμο ο αθεόφοβος και στη θέση του κολατσιού, είχε βάλει μια γελαδίσια σβουνιά.
Τι να του πεις... Όλο κάτι τέτοια σκαρφίζονταν, ο αμολόητος.
Την ώρα που γκρίνιαζα ναζί του για τα χοντρά του αστεία, φάνηκε να έρχεται από αλάργα ο Περικλής ο Ντελής, με τα γελάδια του.
Μέχρι να σιμώσει, έκανε την εμφάνισή του κι ο Μάκιας ο Αποστολάκης καβάλα στη γαϊδούρα και σαλαγώντας τα γίδια του.

Εκείνο το γιόμα σταλίσαμε όλοι μαζί -άνθρωποι και ζώα- κάτω απ τα πλατάνια της Δροσοπηγής, μέχρι να πέσει η κάψα του μεσημεριού.

Έβγαλε ο Μάκιας απ το σακούλι σπιτίσιο ψωμί και κατσικίσιο τυρί που μοσκοβόλαγε,,, έκοψε και μεγάλες φέτες με τον κολοκοτρωναίϊκο για να τσιτώσουμε,,, κι απολαύσαμε εκείνο το γιόμα, ότι δεν μπορεί να βρεις, στο καλύτερο φαγάδικο.

Χαζολογίσαμε ιστορίες και χωρατά για στερφόγιδες, ζυγούρια και Γκιόσες, αναφέραμε μιλιούργια, γαλάρια, σφαχτάρια, τσιγκέλια, και σαλαγίσματα,,, και στο τέλος γύρισε η συζήτηση στην κλασική μουσική με γουργούλια, τρουκάνια, γαλαροκούδουνα και κυπριά, αναφέροντας πολλές ιστορίες για τις σχέσεις των ζώων και τις μουσικές συγχορδίες, των κουδουνιών στο λόγκο.

Τούτη την ώρα ήταν, που ο Μάκιας μας έσκασε και το μεγάλο μυστικό. Η γαϊδούρα, ήταν πλαντιασμένη με το γρούν του.
- Να δεις πως καν η σκασμένη μόλις το δει, πέφτ καταής και καρτερεί,,, και μου πρότεινε να πάω απόβραδο, να τα φωτογραφίσω.

Έτσι γύρισε η συζήτηση στα βατέματα, στα μαρκαλίσματα και στα πριτσαλίσματα και μ αποπείρε όταν πήγα να πω και εγώ κάτι δικό μου.
Μόνο τα δικά του ήταν σωστά,,, όπως αυτός μας τα κρένει,,, κι οξ απ αυτά, δεν παίρνει άλλη ορμήνια.

Επέμενα όμως να πω κι εγώ για μια γιδόστανη στα Αθαμανικά βουνά και τότε σωπάσανε,,, και μ ακουρμαστήκανε.

Κατακαλόκαιρο βρέθηκα κατάκορφα στον Καταραχιά πάνω απ το Ματσούκι -εκεί στα Τζουμέρκα- δυο χιλιάδες μέτρα ψηλά και βάλε, ψάχνοντας να βρω τις πιο ψηλές πηγές, του Άραχθου ποταμού.

Ήταν τότες που γύριζα τη σειρά <Ελληνικοί Βιότοποι> για την ΕΡΤ
και κάλιασα εκεί ψηλά σε μια στάνη, χωρίς να το περιμένω.

Τήραξα ολόγυρα και δεν υπήρχε ψυχή. Αγνάντεψα κατ απάν και κατά κάτ,,, και δεν κουνιόταν φύλλο. Δίπλωσα τη γλώσσα με το δάχτυλο και σούριξα δυο φορές για να μ ακούσουν απ τα γύρω, αλλά αντίς για απόκριση, πετάχτηκαν μέσ από μια καλύβα δυο τσοπανόσκυλα -θεριά ολάκερα- με σηκωμένο τρίχωμα και ξέσκεπα τα δόντια και όρμησαν κατά πάνω μου.

Τη μια με μπρόστιαζαν σβουρίζοντας και την άλλη πισοδρομούσαν με σάλτα -σωστά λυσσάρικα σας λέω- αλλά του λόγου μου, μαθημένος από κάτι τέτοια, δεν κιότεψα.
Τα χούγιαξαν κάτι λιανόπαιδα από ψηλά,,, κι αυτά λούφαξαν.

Σαν ζύγωσα, βρήκα τρία μικρά στην ηλικία αλλά καρδαμωμένα βλαχό-πουλα, που από μόνα τους κάνανε κουμάντο τη στάνη.
Αυτά άρμεγαν,,, αυτά σκάριζαν,,, και στάλιζαν τα γιδοπρόβατα,,, κι ολημερίς πορδοκλανιόντουσαν, μιας και δεν είχανε τίποτες άλλο να κάνουνε. Μπουμπούνιζε ο ένας τον άλλο χασκογελώντας και δε γλίτωσα ούτε και του λόγου μου, απ το χούι τους αυτό.

Όταν τους είπα πως θα τους βάλω αυτούς και τα γιδοπρόβατα στο γυαλί, τσάκωσαν απ τη χαρά τους ένα στερφόγιδο,,, το ανασκέλωσαν καταής,,, και τ αποτέλειωσαν μ ένα μαυρομάνικο.

Κάψανε τρία δεμάτια ξύλα στο φούρνο -που ήταν παρέκει- κι όταν έπεσε η θράκα, πήραν τη σούβλα και τη βάλανε στις δυο σιδερόφουρ-κες που ήταν μπηγμένες μέσα στο φούρνο - ξεπίτηδες γι αυτή τη δουλειά - και κλείσανε το έμπα του φούρνου, με πέτρες και με λάσπη.

Σώπασα για λίγο κι έφερα τα μάτια μ, γυροβολιά.
Δεν έκρενε κανένας τους κι όλοι περίμεναν ν αποσώσω, αυτά που τους μολογούσα.
Τήραξα που όλοι τους ήτανε κρέμονταν τσιγκέλι απ τα χείλια μ,,, και κοντοστάθηκα και γω... Κοντόβηξα κάνα δυο φορές ξεπίτηδες κι όταν τους είδα πως ήταν έτοιμοι να ρωτήσουν,,, συνέχισα...

Πιάσαμε και μεις σιμά κι ολόγυρα το φούρνο να πρωθούμε, γιατί αν και ήταν κατακαλόκαιρο και γιόμα, το κρύο ξούριζε.
Έφερε ο μικρότερος βουνίσο αφρόγαλο κι ανθότυρο παγούδα για κολατσό και πιάσαμε την ψιλοκουβέντα

Είπαμε και τότες, καληώρας όπως και τώρα βλάχικες κουβέντες και άκουσα ιστορίες για κάποιους χαραμοφάηδες που ζούσαν από κλεψές, και τα ζαγάρια, είχανε μαγαρίσει ούλα τα μαντριά.
Τα λέγανε τόσο αγανακτισμένα που ο μεγαλύτερος έβαλε το χέρι κάτω τα σκουτιά του και έσουρε την καρκανιάρα του, όπως την έλεγε.
Ήταν ένα παλιό μακρύκανο εξάσφαιρο γκολτ, απ αυτά τα καουμπόικα που παίρνουνε στο μύλο τους έξη χοντρές σφαίρες, τόμιγκαν.

Για να καταλαγιάσουν τα πνεύματα και για να ηρεμήσουμε όλοι μας, τους προετοίμασα για να τους πω ένα ποίημα του πατριώτη τους, του Κώστα του Κρυστάλη και τότε σώπασαν.
Τους το είπα αργά και με στόμφο, για να δω και πως θα αντιδράσουν.

Ήθελα να μουν τσέλιγγας, να μουν ένας σκουτάρης
να πάω να ζήσω σε μανρί, σε ερημιές και δάση,
νάχω κοπάδια πρόβατα, νάχω κοπάδια γίδια
κι ένα σωρό μαντρόσκυλα...
Νάχω και κόρη έμορφη, στεφανωτή μου να ναι
να με βοηθά στο σάλαγο, να με βοηθά στο γρέκι,
κι όταν θα τα σταλίζουμε, τα δειλινά στους ίσκιους,
στης ρεματιάς τη χλωρασιά, μαζί της να πλαγιάζω.
Να με κοιμίζει με φιλιά, στους δροσερούς της κόρφους.

Αυτό κι αν ήταν...
Έπεσε μουγκαμάρα κι ο καθένας μπήκε στις δικές του σκέψεις.
Από δω και πέρα, η κουβέντα σοβάρεψε.
Είπαμε για κονάκια και ζευγαρώματα, για στέφανα και προξενιές και σαν πέρασαν δυο ώρες ακέριες, άνοιξαν την πόρτα του φούρνου και βγάλανε από μέσα, ροδοκόκκινη και τραγανή τη γίδα, που έσταζε μοσχοβολιές. Πελέκισαν το σφαχτάρι με μαεστρία σε κοψίδια και πέσαμε όλοι μαζί με χέρια και με δόντια, να το ξεκοκαλιάσουμε.

Γύρισα και κοίταξα την παρέα της Δροσοπηγής, που τρέχαν τα σάλια τους απ τις νοστιμιές που τους μολογούσα,,, και τους είπα.
- Γιατί μωρές, να μην τόχαμε σκεφτεί και μεις πρωτύτερας, να βάλουμε ρεφενέ ένα αχαμνό στη θράκα...
Τόχαμε αστοχήσει όλοι μας, ολότελα.

Μ αυτά και με τούτα -κάτω απ τα πλατάνια της Δροσοπηγής- πέρασε η κάψα του μεσημεριού και ήρθε η ώρα -εμείς και τα ζωντανά- να πάμε και παρέκει.
Μαζέψαμε τα τσιπράγκαλά μας,,, και κάμποσα τσιμπούρια για ενθύμιο στα αχαμνά,,, και σκαπετίσαμε τη γιδόστρατα, που τράβαγε για την πηγή της Παναγούλας.

www.giorgosbelesiotis.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν δημοσιεύονται ανώνυμα σχόλια...
Ο διάλογος γίνεται επώνυμα...
Γράψτε το πραγματικό σας ονοματεπώνυμο...
Και φυσικά ακόμα και τα επώνυμα σχόλια
θα εγκριθούν εφ όσον προσφέρουν θετικά στην συζήτηση
και δεν είναι αρνητικά επιθετικά ή ειρωνικά...